Αξίζει να σπουδάσεις ιατρική;

Αξίζει να σπουδάσεις ιατρική;

Αξίζει να σπουδάσεις ιατρική;

Kάθε χρόνο τέτοια εποχή που διαβάζω για τα θέματα που έπεσαν στις πανελλήνιες, θυμάμαι την αγωνία που περνά αυτή την περίοδο ο κάθε μαθητής μαζί με την οικογένεια αλλά και τους καθηγητές του, για να έρθει ένα καλό αποτέλεσμα. Θυμάμαι και εγώ εκείνη την περίοδο που ακόμη θεωρούσα ότι είμαι πολύ έξυπνος, ταλαντουχος και έχω καταπλητική μνήμη και πώς η πορεία από το πανεπιστήμιο με βοήθησε να δω τα πράγματα από μια διαφορετική σκοπιά. Άξιζε;
Ίσως ήρθε η ώρα να ανοίξουμε επιτέλους εκείνο το βρομερό απόστημα που όλοι ξέρουν ότι υπάρχει αλλά κανείς δε θέλει να αγγίξει. Και αυτό είναι η ερώτηση :

– Αξίζει να σπουδάσεις ιατρική;

Αγαπητέ μου πανελληνιομάχε -και ελπίζω προσεχώς πανελληνιονίκη- σύντομα θα τεθεί το παραπάνω ερώτημα εμπρός σου, ιδίως αν τύχει να βγάλεις καλό βαθμό. Αν ανήκεις στο ποσοστό εκείνο των αριστούχων που έχει γονείς γιατρούς, πιθανώς η ερώτηση αυτή είναι ταμπού, αν όχι, ίσως να τίθεται στο πλαίσιο του αν όντως είναι η καλύτερη επιλογή που μπορείς να κάνεις, αλλά κανείς δεν αμφιβάλλει ότι το να σπουδάσεις ιατρική είναι κάτι το σπουδαίο. Και όμως, αν ρωτήσεις έναν οποιονδήποτε γιατρό από τον περίγυρό σου (εξαιρώντας ίσως τους γονείς σου, που μάλλον δεν είναι αντικειμενικοί), κανείς δε φαίνεται πολύ ενθουσιασμένος με το επάγγελμά του. Στη συντριπτική πλειοψηφία μας βέβαια οι γιατροί είμαστε παθολογικά γκρινιάρηδες και απαισιόδοξοι. Υπάρχει και η άποψη ότι τα τόσα χρόνια σπουδών μας έχουν κάνει αρκετά κομπλεξικούς και αντιπαθείς, καθώς έχοντας περάσει τόσα χρόνια στα θρανία έχουμε μάθει να θεωρούμε ότι ξέρουμε κάθε θέμα καλύτερα από τους άλλους, ενώ τα ενδιαφέροντά μας όσο περνάει ο καιρός περιορίζονται στα του επαγγέλματος. Είναι σχετικά σπάνιο να βρεις γιατρό με χόμπι τη σήμερον ημέρα ή κι αν τυχόν βρεις κάποιον που να διαβάζει πού και πού κανένα βιβλίο, θα είναι τόσο βαρύ και σοβαροφανές το θέμα του, που θα σε κάνει να θες να αλλάξεις θέμα άμεσα. Ας πούμε όμως ότι υπάρχουν και πολλές εξαιρέσεις και πολλοί αξιόλογοι άνθρωποι ανάμεσά μας, όχι τόσο γιατί το πιστεύουμε, αλλά γιατί πολλοί αναγνώστες του μπλογκ είναι γιατροί, οπότε πρέπει να παινεύουμε το σπιτικό μας.

Αξίζει να σπουδάσεις ιατρική; – Η δική μου περίπτωση

Θυμάμαι όμως πολύ καλά πώς ήμουν όταν είχα τελειώσει τις πανελλήνιες. Από τη μία πολύ μπουχτισμένος από διαβάσματα, από την άλλη είχα αρκετή αυτοπεποίθηση ως προς τις νοητικές μου δυνατότητες -πριν μπει στη μέση το ελληνικό πανεπιστήμιο και την ισοπεδώσει- και μια δίψα για να εξελιχθώ ως άνθρωπος με το να μάθω περισσότερα, να κάνω ενδιαφέροντα και δημιουργικά πράγματα, και να μπορώ να νιώθω σημαντικός μέσα από αυτό που κάνω. Αυτό μάλλον ήταν που με αποθάρρυνε και από το να στραφώ προς πολυτεχνικές σχολές, παρότι μου άρεσαν τα μαθηματικά και η φυσική, καθώς θεωρούσα ότι το να είμαι όλη την ημέρα πίσω από έναν υπολογιστή δε θα μου άρεσε το ίδιο με το να αλληλεπιδρώ με ανθρώπους. Και αυτή η αίσθηση του να είσαι σημαντικός για άλλους ανθρώπους μάλλον είναι το μεγάλο συν των παραδοσιακών επαγγελμάτων. Θυμάμαι ότι από μικρός θεωρούσα εντυπωσιακό το πώς οι «μεγάλοι» αναφέρονταν στα λόγια του γιατρού, λες και αναφέρονταν στο Μωυσή που κατέβηκε με τις 10 εντολές : «ο γιατρός μου είπε να κόψω το αλάτι».

Με τα σημερινά μυαλά θα έλεγα ότι το κριτήριο πολλών από όσους διαλέγουν να σπουδάσουν ιατρική είναι σε μεγάλο βαθμό ναρκισσιστικό. Δεν είναι πολύ φυσιολογικό να σου αρέσει να κάνεις μια δουλειά με μεγάλη ευθύνη και αφοσίωση, που προϋποθέτει πολύ διάβασμα και προσφέρει λίγο ελεύθερο χρόνο. Πέρα από τις πολύ καλές οικονομικές απολαβές -ειδικά στο παρελθόν- το βασικό θέλγητρο αυτής της δουλειάς είναι το κύρος που τη συνοδεύει, το οποίο τονίζει το εγώ σου και σε βοηθά να κρύψεις αδυναμίες της προσωπικότητας. Ο γιατρός είναι στην παρέα του ο γιατρός και συχνά η γνώμη που εκφράζει έχει δυσανάλογα μεγάλη βαρύτητα σε σχέση με το πόσο έχει μελετήσει τό θέμα.
Μεγαλύτερη απόδειξη για αυτό ήταν τα διάφορα κηρύγματα που έκαναν οι καθηγητές μας στις κλινικές πάνω σε μια πολύ ευρεία θεματολογία, από το μεταναστευτικό και το το ζήτημα της ονομασίας των Σκοπίων, μέχρι τις δηλώσεις του Βουλγαράκη περί «νόμιμου» και «ηθικού» ή τη σημασία της εκκλησίας στη σημερινή κοινωνία. Το να είσαι και καθηγητής και γιατρός σε βοηθά να εκφράζεις την πιο οπισθοδρομική άποψη του κόσμου, εξασφαλίζοντάς σου ανοχή που, ο μη γιατρός με τις ίδιες απόψεις δεν έχει. Σκεφτείτε τον κάθε Πολάκη, τον κάθε Μιχελογιαννάκη, τον κάθε Γιακουμάτο, τι αντιμετώπιση θα είχε, αν δεν είχε την ιδιότητα του γιατρού. Από την άλλη, επειδή ακριβώς η ιδιότητα του γιατρού έχει βαρύτητα, αν κάποιος έχει σχετικό επίπεδο και καλλιέργεια από το σπίτι του, αυτή η πίεση που νιώθεις ότι είσαι γιατρός και συνεπώς πρέπει να εκφράζεσαι με σοβαρότητα, μπορεί να σε βοηθήσει να εξελίξεις την προσωπικότητα σου περαιτέρω.

Αξίζει να σπουδάσεις ιατρική;

Τα αναφέρω αυτά γιατί θεωρώ ότι οι περισσότεροι παίρνουμε τις σημαντικές αποφάσεις στη ζωή μας όχι με λογικά, αλλά με συναισθηματικά κριτήρια, ειδικά όταν είμαστε 17-18 και πρέπει εκτός από τα δικά μας όνειρα και τις φιλοδοξίες  μας, να λάβουμε υπόψιν και τις επιθυμίες της οικογένειας (καλώς ή κακώς αυτό συμβαίνει στην ελληνική οικογένεια κατά κόρον). Έτσι, πριν προχωρήσω σε πιο λογικά επιχειρήματα για το αν αξίζει να σπουδάσει κανείς ιατρική από τη στιγμή που πιάνει τα απαιτούμενα μόρια, θα ήθελα να πω στο 17χρονο που ετοιμάζεται να ολοκληρώσει το μηχανογραφικό του και ενδιαφέρεται για την ιατρική, να σκεφτεί πρώτα γιατί τον ενδιαφέρει αυτή η σχολή. Είναι τα λεφτά; Είναι το κύρος; Είναι ότι σου αρέσει να βοηθάς; Είναι η προσδοκία της οικογένειάς σου; Είναι η επιβεβαίωση του «πέτυχα το πιο δύσκολο»;

Οκ, ίσως αυτές οι ερωτήσεις απλώς να κάνουν την απάντηση ακόμη πιο δύσκολη. Αλλά προσωπικά είμαι επιφυλακτικός ως προς το αν η ιατρική είναι η καλύτερη επιλογή καριέρας για έναν ευφυή και εργατικό 17χρονο, χωρίς να σημαίνει ότι μετάνιωσα για την προσωπική μου επιλογή. Ας προσπαθήσω να εξηγήσω το γιατί.

Γεγονός #1 : έχουμε τους περισσότερους γιατρούς ανά κάτοικο στην Ευρώπη.  

Προφανώς αν είσαι διατεθιμένος να πας ακόμη και στο Τιμποκτού για χάρη της δουλειάς, μιας και αυτό είναι το παιδικό σου όνειρο, τότε δε χρειάζεσαι συμβουλές. Θα σπουδάσεις αυτό που αγαπάς και θα βρεις την άκρη. Αλλά οι περισσότεροι από εμάς δεν είχαμε κάποιο τόσο έντονα χαραγμένο παιδικό όνειρο όταν μπήκαμε στη σχολή, και όσοι είχαμε, ίσως με τον καιρό να αλλάξαμε γνώμη και μυαλά, οπότε σημαντικό είναι το σχέδιο σου να επιτρέπει πάντα ένα plan B. Αν δεν ανήκεις όμως σε αυτή την πολύ μικρή κατηγορία ανθρώπων που για να γίνουν γιατροί θα πήγαιναν στα πέρατα του κόσμου, μάλλον σε πρώτη φάση θες μετά το πανεπιστήμιο να δουλέψεις στη χώρα σου. Και αυτό για τους γιατρούς στην Ελλάδα είναι κάτι πολύ δύσκολο. Η φυγή γιατρών στο εξωτερικό, που ίσως ακούς κάπου κάπου στα κανάλια, δεν είναι ούτε τάση, ούτε μόδα, είναι το αποτέλεσμα  της υπερπληθώρας γιατρών στην Ελλάδα, μιας και έχουμε  τους περισσότερους γιατρούς ανά 100.000 κατοίκους.  Αυτό σημαίνει δυσανάλογα υψηλή προσφορά ιατρικών υπηρεσιών για μικρή σχετικά ζήτηση, μιας και η Ελλάδα είναι μικρή, και η αγοραστική δύναμη των κατοίκων της συρρικνώνεται (= δεν πάνε για το παραμικρό στο γιατρό). Αυτό το πρόβλημα επιδεινώνεται από την ανισοκατανομή των γιατρών, με υπερβολικά πολλούς στα αστικά κέντρα και λίγους σε επαρχιακές περιοχές. Αυτό με βάση τους νόμους της αγοράς σημαίνει ότι για την ίδια ζήτηση υπάρχει με τα χρόνια όλο και περισσότερη προσφορά σε γιατρούς και ιατρικές υπηρεσίες, άρα η αξία των υπηρεσιών συνεχώς πέφτει. Οι γιατροί δηλαδή θα βγάζουν μελλοντικά όλο και λιγότερα χρήματα, μιας και η ίδια πίτα πρέπει να μοιραστεί σε όλο και πιο πολλά άτομα.

Αυτή η κατάσταση υπήρχε ήδη από τα τέλη του ’80 και τις αρχές του ’90 και προσωρινά αντιμετωπίστηκε με τη ραγδαία αύξηση των εξειδικευμένων γιατρών, μιας και η αγορά των εξειδικευμένων είναι μια διαφορετική πίτα από αυτή των γενικών γιατρών, άρα οι τιμές διαμορφώνονται αλλιώς. Πρακτικά σημαίνει ότι οι νέοι γιατροί εκμεταλλεύονταν την ιδιότητα του μέλους της Ε.Ε. και πήγαιναν στην Αγγλία ή άλλες χώρες του εξωτερικού για να μάθουν μια νέα τεχνική ή να γίνουν ειδικοί σε ένα συγκεκριμένο νόσημα, ώστε να γυρίσουν στην Ελλάδα και να έχουν ένα τεράστιο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Αλλά και όσοι έμεναν Ελλάδα στράφηκαν σε πιο εξειδικευμένες ειδικότητες, εγκαταλείποντας «κλασικές» όπως  παθολόγος, γενικός γιατρός ή γενικός χειρουργός, που είναι η πλειονότητα των γιατρών στο εξωτερικό.  Αυτό είχε ως αποτέλεσμα στην Αθήνα να έχουμε τους περισσότερους ενδοκρινολόγους, ωριλάδες και ρευματολόγους από ότι ολόκληρες χώρες στην Ευρώπη. Όταν άρχισε να γεμίζει και αυτή η αγορά των «εξειδικευμένων», οι γιατροί για να μπορέσουν να εξασφαλίσουν το προηγούμενο επίπεδο διαβίωσης, υιοθέτησαν σε μεγάλο βαθμό παράνομες πρακτικές όπως τα φακελάκια, τη φοροδιαφυγή και την υπερσυνταγογράφηση αχρείαστων φαρμάκων και ακριβών διαγνωστικών και θεραπευτικών τεχνικών.
Από το 2009 και μετά φεύγουν προς το εξωτερικό οι γιατροί, όχι με την προοπτική του να εξειδικευτούν ή να κάνουν καλό βιογραφικό, αλλά απλώς για να κάνουν την ιατρική τους ειδικότητα. Στη Γερμανία είμαστε πίσω από τους Ρουμάνους (που όλοι έρχονται για να μείνουν) το μεγαλύτερο ποσοστό ξένων γιατρών, και αυτό όχι γιατί η Γερμανία προσφέρει πολύ υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης, αλλά γιατί έχει τις περισσότερες κενές θέσεις και την πιο απλή διαδικασία ένταξης στο σύστημα ειδικοτήτων από όλα τα ευρωπαϊκά κράτη. Πολλοί από εμάς φυσικά θα γυρίσουμε στην Ελλάδα, αλλά οι πιο πολλοί πιο αργά από όσο φανταζόμασταν, ενώ ένα σημαντικό μέρος θα μείνει μακροπρόθεσμα ή μόνιμα εδώ.

Στη μεταμνημονιακή εποχή η υπερσυνταγογράφηση θα μειωθεί ριζικά, αφού οι έλεγχοι θα ενταντικοποιηθούν (η ηλεκτρονική συνταγογράφηση ήταν μόνο η αρχή), η παρανομία θα κυνηγηθεί και η αγορά των υπερεξειδικευμένων γιατρών θα κορεστεί κι άλλο, αφού είναι ήδη πολύ κορεσμένη. Σε επαρχιακές αραιοκατοικημένες περιοχές θα υπάρχει μάλλον κάποια  ελάχιστη ζήτηση, ίσως και κάποια ανοχή σε υπερσυνταγογραφήσεις ή παράνομες πρακτικές λόγω αναποτελεσματικότητας του κράτους, αλλά λίγοι είναι αυτοί που προτιμούν να ανοίξουν ιατρείο στη Δομοκό αντί στην Αθήνα ή τη Θεσσαλονίκη. Αυτό σημαίνει ότι αν σπουδάσεις ιατρική, η πιθανότητα φυγής στο εξωτερικό είναι πολύ μεγάλη.

Γεγονός #2 : η εγχώρια αγορά έχει πεθάνει 
Σε όλο τον ευνομούμενο κόσμο ισχύει ότι όλες οι υπηρεσίες χρηματοδοτούνται από το χρήμα που παράγεται από εξαγώγιμα προϊόντα. Η περίφημη ανάπτυξη που όλοι θέλουμε, δεν είναι τίποτε άλλο από την ικανότητά μας να πουλάμε περισσότερα από όσα καταναλώνουμε. Επειδή δεν υπάρχει προοπτική να αυξηθεί ραγδαία η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων, αυτό σημαίνει πως η εγχώρια κατανάλωση θα πέφτει μέχρι να ισοφαρίσει τις εξαγωγές. Που αυτό με τη σειρά του σημαίνει λιγότερα λεφτά για όσους παρέχουν κάποια είδη υπηρεσίας, από γιατρούς, δικηγόρους και δασκάλους, μέχρι πωλητές και ταβερνιάρηδες. Αυτοί που θα έχουν καλύτερες απολαβές, θα είναι αυτοί που θα μπορούν να εξάγουν προϊόν ή υπηρεσία, δηλαδή ο τουρισμός, η αγροτική παραγωγή, σε μικρότερο βαθμό ίσως μικρές εταιρείες λογισμικού, όπως π.χ. η taxibeat που αγοράστηκε από την Daimler. Στην ιατρική, ο ιατρικός τουρισμός, που ίσως θα μπορούσε να αποφέρει χρήματα, βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα. Αυτό σημαίνει πως μια γιαγιά από τη Σουηδία που έχει αρθριτικά και θέλει να κάνει μπάνια και να τη δει ο ήλιος, θα μπορούσε να έρθει σε μια μικρή ιδιωτική νοσοκομειακή μονάδα στην Κέρκυρα με προσωπικό που μιλάει αγγλικά ή και σουηδικά και να το συνδυάσει με διακοπές. Αλλά η αλήθεια είναι πως ο μέσος γιατρός στηρίζεται αποκλειστικά στην εγχώρια αγορά για να ζήσει. Και η εγχώρια αγορά δεν μπορεί να ζήσει τόσο πολλούς γιατρούς, τουλάχιστον όχι με καλά λεφτά.

Γεγονός #3 : Πολλά αφεντικά, λίγος ελεύθερος χρόνος και πολλές εξετάσεις
Οι περισσότεροι όταν σπουδάζαμε ιατρική φανταζόμασταν τον εαυτό μας σε θέση κάποιου που αποφασίζει για τους άλλους, αυτού που προτείνει στον ασθενή θεραπεία, αυτού που κάνει την πλήρη διαχείριση του περιστατικού και που η γνώμη του έχει σημασία. Ακόμη και αν δε φανταζόμασταν τον εαυτό μας ως ιδιώτη ιατρό, αλλά ως επιμελητή σε μια κλινική, είτε στο κομμάτι της έρευνας κάποιου πανεπιστημίου, υποθέταμε ότι θα έχουμε μεγάλη αυτοδυναμία ως γιατροί. Στην πραγματικότητα ακόμη και αν εργαστείς πυρετωδώς να τελειώσεις την ειδικότητα στο μίνιμουμ προβλεπόμενο χρόνο και με κάποιο μαγικό τρόπο είχες μηδέν χρόνο αναμονής για την ειδικότητα, μιλάμε παρ΄όλα αυτά για πέντε χρόνια κατά τα οποία ως ειδικευόμενος ουσιαστικά απλώς εκτελείς τις εντολές των ανωτέρων σου και κάνεις το άχαρο κομμάτι της δουλειάς. Αυτό σημαίνει πως αν όλα πάνε καλά, θα φτάσεις στα 30-35 να παίρνεις δικές σου αποφάσεις στη δουλειά, ποιος εσύ, που κάποτε ήσουν «στην αφρόκρεμα των μυαλών της Ελλάδας».  Συνήθως βέβαια αυτό το χρονικό σημείο θα αργήσει ακόμη περισσότερο να έρθει, μιας και στο μεταξύ θα πας στρατό (αν είσαι άντρας) και θα περιμένεις 4-5 χρόνια μέχρι να ανοίξει η θέση σου για την ειδικότητα. Δεν είναι τυχαίο που οι περισσότεροι γνωστοί μου διηγούνται με πολλές λεπτομέρειες και ένα αχνά διαφαινόμενο αίσθημα περηφάνειας όσα έζησαν στο αγροτικό, μιας και ήταν η πρώτη περίοδος στην ενήλικη ζωή τους που χρειάστηκε/ μπόρεσαν να πάρουν πάνω τους αποφάσεις.

Και δεν είναι βέβαια ότι άπαξ και αρχίσεις ειδικότητα όλα κυλάνε ρολόι. Συχνά οι επιμελητές δε θέλουν, δε νοιάζονται ή δεν μπορούν να σου εξηγήσουν τα «μυστικά της δουλειάς» και εσύ περνάς το χρόνο σου ανησυχώντας ότι δε μαθαίνεις όσα χρειάζεσαι, για να μπορέσεις κάποια στιγμή να σταθείς στα πόδια σου ως ειδικός γιατρός, και προσπαθείς να το κάνεις αυτό στον ελεύθερο χρόνο σου ή αν δεν το καταφέρνεις, βασανίζεσαι από τις ενοχές σου, επειδή δε διαβάζεις όσο οι υπόλοιποι και από το φόβο ότι χαραμίζεις τα χρόνια σου, αφού ούτως ή άλλως θα καταλήξεις σερβιτόρος στα έβερεστ.

Ειδικά για όσους κάνουν έρευνα δεν το συζητάω καν: αυτά τα ταλαίπωρα πλάσματα που θεώρησαν ότι θα βρουν τη θεραπεία του καρκίνου και περνούν χρόνια της ζωής τους παρασκευάζοντας τα δείγματα για την έρευνα του μεγαλοκαθηγητή και κάνοντας τη στατιστική ανάλυση των δεδομένων του για πενιχρά χρήματα και μηδενική αναγνώριση, καθώς κανείς από τον περίγυρό τους δεν καταλαβαίνει τι κάνουν ακριβώς και γιατί αυτό είναι τόσο σημαντικό. Άσε που η έρευνα σημαίνει εξ ορισμού εξωτερικό μιας και στην Ελλάδα δεν υπάρχει.

Οι περισσότεροι γιατροί έχουμε επίσης το προφίλ του ψυχαναγκαστικού ανθρώπου, που δεν το βάζει κάτω και θα στερηθεί ακόμη και τον ύπνο, τη βόλτα, το φαγητό ή τη σεξουαλικότητα προκειμένου να πετύχει το στόχο του, προκειμένου να μη βρεθεί κανείς να του πει ότι δεν προσπάθησε αρκετά.

Πάρα πολλοί γιατροί είμαστε συναισθηματικά σε νάρκη και αυστηρά προσηλωμένοι στο στόχο μας, δε συζητάμε πολύ για τα προβλήματά μας και τις ανησυχίες μας, γιατί θεωρούμε ότι το προβλήματα λύνονται μόνο με αποφασιστικότητα και τόλμη. Κάπου κάπου όταν φτάσουμε στα όριά μας, βαράμε κάτι αδικαιολόγητες υστερίες ή έχουμε νεύρα, που μας κάνουν λίγο να ντρεπόμαστε.
Πολλοί γιατροί δε, όταν κλονίζονται, θεωρούν ότι είναι μόνοι τους στην αδυναμία και επαπειλούμενη αποτυχία τους, μιας και όλοι οι άλλοι δείχνουν να συνεχίζουν το ρομποτικό τρόπο ζωής τους χωρίς προβλήματα.  Έτσι πασχίζουν να καταπιέσουν ακόμη περισσότερο τα συναισθήματα και τις ανάγκες τους. Στο μεταξύ η κατάθλιψη θερίζει και οι γιατροί είναι ένα από τα επαγγέλματα με την υψηλότερη συχνότητα σε αυτοκτονίες. Οι γιατροί σπανίως ζητούν βοήθεια, και ακόμη πιο σπάνια απευθύνονται σε συνάδελφο ψυχίατρο.

Σε όλα αυτά, πρόσθεσε εξετάσεις, πολλές εξετάσεις.

Γεγονός #4: Αναμονή για την ειδικότητα  
Στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης επικράτησαν μερικές ρομαντικές σοσιαλιστικές ιδέες, όπως ότι το πτυχίο οφείλει να είναι το μόνο προαπαιτούμενο για την εύρεση εργασίας. Παράλληλα η εκπαίδευση του γιατρού δεν μπορεί να είναι παρά μόνο αρμοδιότητα του κράτους. Αυτό οδήγησε σε ένα λίγο-πολύ απαράλλαχτο ως σήμερα σύστημα για την τοποθέτηση των πτυχιούχων γιατρών σε θέσεις ειδικότητας. Ο καθένας δηλώνει όποιο νοσοκομείο γουστάρει ανεξάρτητα από τι εχέγγυα έχει. Μέσα από τη λογική του first come, first served και πολλές αγκωνιές και κλωτσοπατινάδες, καταλήγουν μορφωμένοι άνθρωποι 25 χρονών, η ελπίδα του αύριο, να παλεύουν να υπερασπιστούν το ατομικό τους συμφέρον και να κερδίσουν μερικούς μήνες αναμονής με το να καταθέσουν πρώτοι τα χαρτιά τους στην περιφέρεια υγείας της Δράμας για το γενικό μέρος της ειδικότητας. Και επειδή όλοι θέλουν το καλύτερο για τον εαυτό τους, όλοι καταλήγουμε να δηλώνουμε τα μεγάλα νοσοκομεία σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, με αποτέλεσμα τα μικρά επαρχιακά νοσοκομεία να μένουν υποστελεχωμένα, σε μια χώρα με τριπλάσιους κατά κεφαλήν γιατρούς από τις υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε., όπως προείπαμε.

Παράλληλα, επειδή η διαδικασία να αλλάξεις ειδικότητα σημαίνει νέες αναμονές, δηλαδή φτου και από την αρχή, όλοι επιλέγουν να κάνουν για όλη τους τη ζωή μια ειδικότητα που διάλεξαν στα 25 τους χωρίς να έχουν εικόνα από την αγορά εργασίας. Η αναμονή για την ειδικότητα είναι  νομίζω ο κυριότερος λόγος για τον οποίο ένας γιατρός θα σε αποθαρρύνει να γίνεις γιατρός, τουλάχιστον στις ηλικίες 25-35.  Η σοσιαλιστική ιδέα της μεταπολίτευσης έχει τεράστια μειονεκτήματα, ειδικά για εκείνους που θέλουν να γίνουν γιατροί, είναι όμως χωρίς πολλά λεφτά από πίσω, ώστε να αδυνατούν να αντέξουν εκείνα τα 5 χρόνια ή περισσότερα της αναμονής.
Ειλικρινά, αν δεν παίζουν λεφτά στην οικογένεια σκέψου το καλά, γιατί θα χρειαστεί να σε  ζουν οι γονείς σου από τα 18 ως τα 30.  Αν σου πουν «μην ανησυχείς, θα βρεθούν τα λεφτά«, μην τους πιστέψεις γιατί εσύ είσαι που θα τρέχεις να κάνεις δουλειές του ποδαριού για μια δεκαετία και βάλε, μόνο και μόνο για να μπορούν να λένε ότι «σε σπούδασαν» γιατρό.

Γεγονός #5 : Οι εφημερίες
Οκ, αν η αναμονή κάνει την άσκηση της ιατρικής δύσκολη από οικονομική σκοπιά, οι εφημερίες είναι αυτές που κοστίζουν στην ποιότητα ζωής σου. Σκέψου πόσες νύχτες, πόσα σαββατοκύριακα, πόσες πρωτοχρονιές, πόσα γενέθλια, πόσους τελικούς CL θες να περάσεις δουλεύοντας, συχνά μέσα στο άγχος, όσο η οικογένειά σου και οι φίλοι σου θα διασκεδάζουν.

Γεγονός #6 : Ίσως να είσαι γυναίκα
Οκ, δεν είναι όλοι οι γιατροί άντρες. Αντιθέτως, οι γυναίκες στο εξωτερικό είναι η πλειονότητα, τουλάχιστον στις τάξεις των ειδικευομένων ελάχιστοι είναι οι άντρες. Στην Ελλάδα η αναλογία ήταν περίπου 50/50, αλλά μάλλον θα ακολουθήσει την τάση που υπάρχει ήδη στο εξωτερικό, μιας και οι άντρες μαθαίνουμε από μικρή ηλικία τα videogames, σε σύγκριση με τα οποία όλα είναι ανούσια και βαρετά, οπότε μας είναι αδύνατο να ασχοληθούμε με οτιδήποτε απαιτεί συγκέντρωση, αφοσίωση και πρόγραμμα.
Αυτό είναι από τη μία καλό, μιας και μελλοντικά αναγκαστικά θα βελτιωθεί όλο και περισσότερο η υποστήριξη της εργαζόμενης νεαρής μητέρας. Στην Ελλάδα της κρίσης όμως, μια γυναίκα που θέλει να κάνει παιδί, αντιμετωπίζεται λίγο πολύ με καχυποψία, σα να έκανε κάποια ατιμία σε εργοδότη και συναδέλφους. Με δεδομένο ότι στη φάση της αναμονής για την ειδικότητα μια εγκυμοσύνη είναι από οικονομικής άποψης σχεδόν απαγορευτική και το βιολογικό ρολόι θέτει από τα 35 και μετά σημαντικούς περιορισμούς, μια γυναίκα που θέλει εκτός από την ιατρική και οικογένεια, θα πρέπει μάλλον να κάνει παιδί στην ηλικία 30-35. Αυτό σημαίνει πως θα λείψει για ένα διάστημα από τη δουλειά στη φάση που υποτίθεται πως τη μαθαίνει, το οποίο πρακτικά θα την καθυστερήσει στην περαιτέρω επαγγελματική της ανέλιξη. Παράλληλα το να έχεις εφημερίες και μικρά παιδιά στο σπίτι μάλλον είναι συμβόλαιο για χρόνια στέρηση ύπνου ενώ η σύγχρονη πραγματικότητα είναι ότι όλο και περισσότερες γυναίκες μεγαλώνουν παιδιά χωρίς πατεράδες. Υπάρχουν βέβαια στοιχεία ότι μετά από μια 20ετία συνεχούς αύξησης των διαζυγίων στο δυτικό κόσμο, η τάση έχει αντιστραφεί τα τελευταία χρόνια, παρόλα αυτά ένα κορίτσι 17 ετών που ετοιμάζεται να καταθέσει το μηχανογραφικό της για Ιατρική θα πρέπει να σκεφτεί σοβαρά όλα αυτά τα ζητήματα που φύση, κοινωνία και συγκυρίες θέτουν μπροστά της.  Η ιατρική, τουλάχιστον στην Ελλάδα, εξακολουθεί να μην είναι πολύ φιλικό επάγγελμα για τις γυναίκες. Φυσικά αυτό μπορεί μόνο να αλλάξει αν μπουν πολλές γυναίκες στον κλάδο. Άλλωστε δεν είναι ότι υπάρχουν γύρω μας πολλές δουλειές στην Ελλάδα που τα πράγματα κυλούν πολύ εύκολα για μια νέα μητέρα. Γιατί να είναι αλλιώς στην Ιατρική ;

Γεγονός #7: Θα πρέπει να αποκαλείς συναδέλφους τον Πολάκη, το Μιχελογιαννάκη και το Γιακουμμάτο. 
Ίσως το ανέφερα και πιο πάνω. Αλλά δεν είναι κι αυτό ένα μεγάλο μείον ;

Οκ…Εντάξει, θα πεις. Από την άλλη πλευρά όμως, οι περισσότεροι γιατροί, παρότι δεν είναι ενθουσιασμένοι με το επάγγελμά τους, δε φαίνεται να το μετανιώνουν και πολύ. Οπότε ίσως και να τα βλέπω τα πράγματα λίγο πιο μαύρα από όσο είναι. Ίσως η δουλειά σου δίνει ένα αίσθημα νοήματος που δεν το βρίσκεις σε άλλες δουλειές τόσο εύκολα. Ίσως να μη βαρεθείς τη δουλειά τόσο γρήγορα όσο άλλες. Ίσως με τον καιρό συνηθίζεις και σου αρέσει να είσαι ο «γιατρός» για συγγενείς και φίλους.

Ποιες είναι οι δικές σας απόψεις ; Θα προτείνατε σε ένα νέο παιδί να σπουδάσει Ιατρική ;

Γεγονός #8: Δεν υπάρχει κλάδος που να μη ζορίζεται στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή.

Το θέμα ελεύθερου χρόνου και ποιότητας ζωής νομίζω ότι είναι πιο καίριο από ποτέ, από την άλλη είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο που αφορά τις νέες γενιές πολλών χωρών και ούτε καν μόνο αυτών που πλήττονται από την κρίση. Εναλλακτικά μπορείς να γίνεις δάσκαλος και να χεις ελεύθερο χρόνο, με το ρίσκο να μη διοριστείς ποτέ ή ο μισθός σου κάποτε να φτάσει τα 500€ (στα πόσα είναι τώρα; ).
Το θέμα είναι το εξής όμως: ο σημερινός 17/18χρονος πρέπει να ξέρει ότι οι εποχές των παχιών αγελάδων έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί όχι μόνο στην Ελλάδα (εδώ σίγουρα), αλλά μάλλον και παγκοσμίως, αφού η τάση είναι «δουλεύεις περισσότερο, αμείβεσαι λιγότερο», αυτό όμως ειδικά για έναν 18άρη έχει και κάτι το απελευθερωτικό, διότι μπορεί να επιλέξει τι θέλει να κάνει ανεξάρτητα από κριτήρια που έχουν να κάνουν με κύρος, σχέδια να πλουτίσει κτλ.
Τα θετικά της ιατρικής είναι ότι δε βαριέσαι ποτέ, κάθε περιστατικό είναι διαφορετικό απ’ το προηγούμενο και ακόμα κι όταν νιώσεις ότι βαλτώνεις, έρχεται ο ασθενής που θα έχει κάτι «περίεργο» και σε κάνει να ξαναγουστάρεις. Επίσης στην ιατρική σχεδόν όλοι μπορούν να βρουν κάτι που να τους αρέσει: από κλασικές ειδικότητες μέχρι διαγνωστικές και εργαστηριακές – αν δεις ότι δεν ψήνεσαι να χεις πολλά πάρε δώσε με κόσμο- , μέχρι νευροχειρουργική και δε συμμαζεύεται. Έχουν όλες ίδιες προοπτικές στην Ελλάδα; Φυσικά και όχι. Αλλά αυτά τα είπαμε.
Επίσης ό,τι και να λέμε, όχι, δε συγκρίνεται καμία επιστήμη με την ιατρική. Σε καμία επιστήμη δε βλέπεις από κοντά τον ανθρώπινο πόνο σε τέτοιο βαθμό, δε βιώνεις σκηνές στις οποίες σκέφτεσαι ότι πρέπει να λες και ευχαριστώ για όσα έχεις και ταυτόχρονα βλέπεις όλες τις θετικές , εν μέρει και ανθρωπιστικές επιστήμες συνδυασμένες και σε εφαρμογή. Ποιος άλλος πλην του ιατρού σπουδάζει 6 χρόνια, συν άλλα τόσα ειδικότητας και ποιος άλλος στη σχολή του κάνει από φυσική και στατιστική μέχρι γενετική, ψυχιατρική , καρδιοχειρουργική και νευρολογία; μάλλον κανείς.

Και θεωρώ ακόμα ότι οι γιατροί και ειδικά οι νέοι γιατροί είμαστε αυτοί που πρέπει να κρατήσουμε το επάγγελμα ψηλά και να το τιμάμε, γιατί ακριβώς εξαιτίας των αρνητικών φαινομένων (φακελάκια, «μεγαλογιατροί» κτλ.), αντί να αμφισβητηθούν μόνο πρόσωπα και θεσμοί, αμφισβητείται και μία ολόκληρη επιστήμη που δεν το αξίζει αυτό.

Εν ολίγοις, αν σ’ αρέσει η ιδέα, πέρνα κάνε το καλοκαίρι πριν τη γ’ λυκείου καμία πρακτική σε ιατρείο ή νοσοκομείο, ψάξε το πρόγραμμα σπουδών, κι αν θεωρείς πως αντέχεις, κάν’ το.